Το πίστευε και μη ερεύνα χρησιμοποιείται από πολλούς αρνητές του χριστιανισμού για να επιχειρηματλογίσουν εναντίον του.
Παραγνωρίζουν, όμως, σκόπιμα την ευαγγελική προτροπή «ερευνάτε τας Γραφάς».
Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να διδάξει τυφλή υποταγή στον Θεό, δίχως να εξετάσουμε αν όντως είναι αλήθεια ο Θεός η πρόκειται για μια αυταπάτη!
Ο Θεός μας παροτρύνει ώστε να τον ερευνούμε, αλλά πουθενά δεν ορίζει ή δεν αποσαφηνίζει τον τρόπο και τα μέσα που θα πρέπει να χρησιμοποιούμε σε αυτή μας την έρευνα. Έτσι, ο καθένας μας σήμερα επιλέγει το δικό του δρόμο για την επιβεβαίωση της ύπαρξης του Θεού. Άλλοι, για την αναζήτηση αποδείξεων, στρέφονται στην επιστημονική έρευνα, άλλοι ακολουθούν τη μέθοδο του φιλοσοφικού στοχασμού και άλλοι ενσκήπτουν και εντρυφούν στα θεολογικά γράμματα και τα πατερικά κείμενα. Η έφεση του ανθρώπου για την αναζήτηση του Θεού μέσα από την παρατήρηση της φύσης είναι πολύ παλιά υπόθεση, αρκεί να θυμηθούμε ότι ασκήθηκε κατά υποδειγματικό τρόπο (και καταγράφτηκε από την ιστορία), στην αρχαία Ελλάδα.
Οι τέσσερις αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, στις οποίες θεμελιώθηκε η δυτική θεολογία, οφείλονται ως γνωστόν στον Ακινάτη, ο οποίος με τη σειρά του συμπεριέλαβε στη θεολογία του την αριστοτελική φιλοσοφία. Ο Έλληνας σοφός με τη δύναμη της λογικής και χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις του στη φύση, κατέληξε στο συμπέρασμα της ύπαρξης ενός πρώτου αιτίου που έθεσε τα πάντα σε κίνηση, το «ακίνητον πρώτον κινούν», όπως το έλεγε.

Αυτή, λοιπόν, είναι η λεγόμενη οντολογική απόδειξη, που πρώτος διατύπωσε ο Αριστοτέλης, ξεκινώντας από τη λογική αλήθεια ότι ο κόσμος είναι μεταβλητός, δηλαδή έρχεται και παρέρχεται και κατά τον νόμο της αιτιότητας συνάγεται η ύπαρξη του αναγκαίου και αμετάβλητου Όντος, το οποίο αναπόφευκτα είναι η αιτία του εαυτού του και του κόσμου. Αλλά και η λεγόμενη, όμως, τελολογική απόδειξη για την ύπαρξη του θεού έχει τις ρίζες της στον «Περί Φιλοσοφίας» διάλογο του Σταγειρίτη δασκάλου που εμπνεύστηκε από τα νεανικά του ακόμα χρόνια καθώς παρατηρούσε τον έναστρο ουρανό.

Έγραψε τότε: «ο άνθρωπος…θα εννοήσει ότι αυτά δεν δημιουργήθηκαν χωρίς τελειοτάτην τέχνην, αλλ΄ότι υπήρχε και υπάρχει ως δημιουργός αυτού εδώ του σύμπαντος ο Θεός». Τις αριστοτελικές σκέψεις επεξεργάστηκαν στην πορεία των αιώνων πολλοί και κάποιοι από τους σύγχρονους στοχαστές τις επικαιροποίησαν, ισχυριζόμενοι ότι στη φύση είναι διαπιστωμένη η μετάβαση από τις δυναμικές στις ενεργειακές καταστάσεις και κατά συνέπεια, αφού η ενέργεια προηγείται της δυνατότητας, για να αποφευχθεί μία επάπειρον οπισθοδρομική αναδρομή από τη δύναμη προς την ενέργεια υποχρεούμαστε να δεχθούμε ότι υπάρχει στον κόσμο, χωρίς η ίδια να κινείται. Κατά την άποψη δηλαδή αυτή των σύγχρονων διανοούμενων, επειδή η κίνηση είναι χαρακτηριστικό του «δυνάμει» υπάρχοντος Όντος, δεν μπορεί η πρώτη οντολογική αρχή να βρεθεί σε κατάσταση κίνησης και επομένως ο Θεός είναι η πρώτη ακίνητη Αρχή κάθε κίνησης. Ο Θεός είναι το «πρώτον κινούν ακίνητον» του Αριστοτέλη και το «παντελώς ον» του Πλάτωνα, είναι η «εις πάσαν πληρότητα ευρισκομένη ουσία και υπόστασις» και απολαμβάνει την τελειότατη ζωή και την ύψιστη μακαριότητα.

Ηλίας Μάρκου